Εισήγηση-παρουσίαση του βιβλίου του Κ. Πίττα απο τον Κωστή Αντωνιάδη, Αθήνα, 15.3.16

 

 

Μου συστήθηκε, Κωνσταντίνος Πίττας και μου είπε πως οι φωτογραφίες που θα μου δείξει ήταν από ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα που φωτογράφιζε τη δεκαετία του ‘80. Ταξίδευε σε χώρες της Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης φωτογραφίζοντας τους ανθρώπους που ζούσαν και στις δύο πλευρές του Τείχους, μετά όμως την κατάρρευσή του το 1989, είχε την αίσθηση ότι όλα αυτά δεν είχαν πια νόημα. Εγκατέλειψε αυτό το είδος φωτογραφίας και για εικοσιπέντε χρόνια «έθαψε» κυριολεκτικά τα αρνητικά του.

 

Οι φωτογραφίες που μου έδειξε, με γοήτευσαν καθώς έφεραν ξανά στην επιφάνεια τα συναισθήματα που εγείρει το καθαρό βλέμμα και η αγνή πρόθεση. Μια ευτυχής συνάντηση φωτογραφίας και πραγματικότητας. Το είδος αυτής της φωτογραφίας είναι ανεξάντλητο γιατί γεννιέται μέσα από τη συνάντηση με το απρόβλεπτο. Και κάνει κάτι που μόνο η φωτογραφία μπορεί να κάνει: μεταφέρει τον κόσμο όπου ζούμε σε ένα παράλληλο σύμπαν: ίδιος κόσμος, διαφορετικές σημασίες.

Γιατί όμως οι φωτογραφίες του είναι διαφορετικές από αυτές που «παίρνουν» σήμερα οι φωτογράφοι; Που είναι η εξαθλίωση, οι κραυγές, η βία, το περιθώριο, που διεκδικούν την συμπόνια μας; Που είναι και το χρώμα, οι ευρυγώνιοι φακοί, η εντυπωσιακή λεπτομέρεια με την οποία οι φωτογράφοι ακτινογραφούν σήμερα τον κόσμο; Που είναι ο εναγκαλισμός του φωτογράφου με το ακραίο και το παράδοξο;

 

Οι φωτογραφίες του Κωστή είναι διαφορετικές όχι γιατί αυτό που μας δείχνουν ανήκει στο παρελθόν ή γιατί αυτή η Ευρώπη, οι άνθρωποι και η ζωή τους είναι διαφορετική. Διαφορετική είναι η προσέγγιση του Κωστή στο θέμα του και μόνο αν την κατανοήσουμε θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τη διαφορά.

 

«Κράταγα οπτικές σημειώσεις με τη μηχανή μου» λέει ο Κωστής. Ταπεινή έκφραση, προσγειωμένη. Σημειώσεις… η σκέψη που γεννιέται στη στιγμή, η μηχανή που την στοχεύει, μια ανεπαίσθητη πίεση στο κουμπί που ανοίγει το κλείστρο, κι έπειτα πάλι ο δρόμος, η μοναχική περιπλάνηση με τα μάτια ορθάνοικτα. Σημειώσεις λοιπόν ενός εσωτερικού διάλογου, σκέψεις και παρατηρήσεις που δεν επιδιώκουν να επιβεβαιώσουν τίποτα. Κι αν στις φωτογραφίες του διακρίνεται μια μελαγχολία, αυτό δεν οφείλεται στο ότι έτσι είναι η ζωή, έτσι είναι – ήταν οι άνθρωποι που φωτογράφιζε. Είναι ο εαυτός του, οι σκέψεις που τον συνοδεύουν στα ταξίδια του. Είναι εντέλει οι επιλογές του τότε, ίσως όμως και τώρα εικοσιπέντε χρόνια μετά που είδε ξανά τις φωτογραφίες του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το είδος αυτής της φωτογραφίας εμπλέκει δυο στάδια δημιουργίας που και τα δυο κατευθύνουν επιλογές. Επιλογές στο δρόμο, στη στιγμή κι έπειτα πάλι επιλογές κοιτάζοντας τα κοντάκτ, τις σημειώσεις. Για ορισμένους φωτογράφους η χρονική απόσταση ανάμεσα στη φωτογράφιση και την επιλογή των φωτογραφιών είναι ουσιαστικό στοιχείο του έργου τους. Γιατί χρειάζεται λίγος χρόνος, για να βγει ο φωτογράφος από την πραγματικότητα, να την ξεχάσει για λίγο πριν επιστρέψει ξανά σ’ αυτήν και περισσότερο νηφάλιος ξαναπάρει φωτογραφίες της. Για τον Κωστή τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εικοσιπέντε χρόνια είναι πολύς χρόνος και δεν ξέρω ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, ποια θα ήταν η αίσθηση που θα αποκομίζαμε από τις φωτογραφίες του εάν η επιλογή τους είχε γίνει τότε, πριν εικοσιπέντε χρόνια. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό, ίσως ούτε ο ίδιος.

 

Ο Κωστής μας λέει πως έβαλε τις φωτογραφίες του στο συρτάρι, γιατί περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, σχεδόν ταυτόχρονα, συνέβησαν δυο πράγματα. Η κατάρρευση του Τείχους ακύρωσε το «θέμα» του, καθώς όλες οι χώρες σε λίγο θα γινόντουσαν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβάλλοντας τις κοινές τους ρίζες. Οι «Εικόνες της Παλαιάς Ευρώπης» δεν μπορούσε να έχουν συνέχεια στη Νέα Ευρώπη.

 

Την ίδια επίσης εποχή, το νέο φωτογραφικό περιβάλλον που έφερε στο προσκήνιο η κριτική της σχέσης της φωτογραφίας με την πραγματικότητα τον απογοήτευσε. Θεώρησε πως το αρχείο των φωτογραφιών που είχε συγκεντρώσει σε λίγα μόλις χρόνια εργασίας δεν είχε πια νόημα και το φύλαξε στο συρτάρι του.

 

Δηλώνει αυτοδίδακτος, και το μόνο του εφόδιο την εποχή που έβγαλε αυτές τις φωτογραφίες ήταν όσα είχε μάθει από τον κινηματογράφο. Αυτό είναι αρκετό για να εξηγήσει ίσως ορισμένα πράγματα. Ο νεορεαλιστικός κινηματογράφος για παράδειγμα είχε πολλά κοινά σημεία με την «ανθρωπιστική» φωτογραφία της δεκαετία του 80. Στη φωτογραφία εύγλωττα στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής εδραίωσαν σταδιακά την αντίληψη πως η φωτογραφία είναι ικανή να αποκαλύψει αλήθειες, να τις ξετρυπώσει από τις κρυψώνες τους μέσα από την πραγματικότητα. Και ο φωτογράφος έπρεπε να είναι σε διαρκή εγρήγορση για να τις διακρίνει στο κλάσμα του δευτερολέπτου που αναδύονται (να τις συλλάβει πριν εξαφανιστούν και πάλι μέσα στη πραγματικότητα).

Οι φωτογραφίες του Κωστή εμπνέονται από τις αρχές της ανθρωπιστικής φωτογραφίας, με τη διαφορά πως η «αόρατη αλήθεια» που αποκαλύπτουν δεν έχει να κάνει με κάτι κρυμμένο στις σκηνές των δρόμων που φωτογραφίζει, αλλά με την προσωπική ματιά, την ψυχική διάθεση ενός περιπλανώμενου αφηγητή: Συμπάθεια, μια στάση απέναντι στα πράγματα της ζωής, που όμως στο χώρο της φωτογραφίας, εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να παρακμάζει. Γιατί η συμπάθεια είναι που εξοστρακίστηκε από τη σύγχρονη φωτογραφία. Η αποστασιοποίηση έγινε η λέξη οδηγός για τα επόμενα χρόνια.
Από το παράδειγμα, την παρατήρηση του ενός, την απεικόνιση της μιας σκηνής, το ενδιαφέρον στράφηκε στο γενικό, στις δομές, τους θεσμούς και στο τρόπο με τον οποίο αυτοί «αναπαριστούν» τον κόσμο.

 

Επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια ακόμα που θα εξηγήσουν καλύτερα την συμπάθεια, την ουσιαστική δηλαδή παρουσία του Κωστή στη φωτογραφημένη σκηνή. Με τα δικα του λογια, είναι από δικό του κείμενο :

 

“9.9.1987, Ruhrgebiet, Ομ. Γερμανια
Ήταν ένα μικρό κάμπινγκ στην άκρη του δάσους, και όταν μπήκες σ’ αυτό αργά το βράδυ για να περάσεις τη νύκτα, δεν κατάλαβες τι γινόταν εκεί, ήταν θεοσκότεινα. Το πρωί ξύπνησες μέσα στο αυτοκίνητο και γρήγορα είδες αυτό που δεν φαινόταν τη νύκτα : δεν υπήρχαν τουρίστες στο κάμπινγκ, μπορεί να μην είχε περάσει ποτέ τουρίστας από εδώ, ούτε Γερμανός, ούτε ξένος. Όσοι έμεναν ήσαν αυτόχθονες, φτωχοί άνθρωποι, Γερμανοί όλοι, που νοίκιαζαν ένα τροχόσπιτο με το μήνα γιατί δεν είχαν σπίτι, το είχαν χάσει το σπίτι τους προ πολλού. Πολύ πιο φτηνό να μένεις σε τροχόσπιτο αντί σε σπίτι. Άνεργοι, παρίες, αλκοολικοί, μανάδες με τρία-τέσσερα παιδιά και χωρίς άντρα, και άλλοι.. Έβρεχε καταρρακτωδώς εδώ και μέρες, όπου και να πατούσες χωνόσουν μέσα στη λάσπη. Που και που κάποιος πεταγόταν απ το τροχόσπιτό του να πάει στην τουαλέτα με μια ομπρέλα, ένα παιδί έτρεχε χωρίς λόγο, ησυχία, ερημιά. Η ώρα περνούσε και δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα κλεισμένος στο αυτοκίνητο, ήταν πολλές οι μέρες που λόγω βροχής δεν μπορούσες να δουλέψεις, σε είχαν πιάσει οι μαύρες σου... Καθισμένος στη θέση του οδηγού προσπαθούσες να διαβάσεις κάτι για να περάσει η ώρα και δεν τα κατάφερνες. Κάποια στιγμή το μεσημέρι, πήγες στην ξύλινη παράγκα που χρησίμευε σαν αίθουσα φαγητού. Εκεί μέσα, μια γυναικοπαρέα, μεσόκοπες λαϊκές Γερμανίδες έπιναν σναπς σε νεροπότηρα. Είχαν πιεί ήδη πολλά, είχαν μεθύσει και φώναζαν και βρίζονταν, και κάθε τρεις και λίγο “scheisse!” και “scheisse!” (“σκατά! σκατά!”) και άντε πάλι από την αρχή... Άντεξες στη γωνίτσα σου μισή ώρα, βγήκες έξω μετά να πάρεις αέρα. Έξω συνέχιζε να βρέχει κάπως λιγότερο, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Κάποια παιδιά κυνηγιόντουσαν ανάμεσα στα τροχόσπιτα, και τότε, είδες αυτό το παιδί. Έπαιζε μόνο του, μακριά από τ’ άλλα, κλωτσούσε μια ξεφούσκωτη μπάλλα. Το πήρες μια φωτογραφία χωρίς να σε δει. Δεν είχε μαλλιά. Και αστραπιαία αναρωτήθηκες γιατί να έχει χάσει τα μαλλιά του το αγόρι και αμέσως έβαλες τα κλάματα, εκεί στο πουθενά, μέσα στο άθλιο κάμπινγκ στη βρωμολάσπη και τη βροχή, εκείνο το καταραμένο απόγευμα. Και μετά ένοιωσες γελοίος, όχι γιατί έκλαιγες, αλλά γιατί εσύ ένοιωθες δυστυχής για πέντε άσχημες μέρες που πέρασες, ενώ δίπλα σου ένα παιδί μπορεί να αγωνιζόταν για τη ζωή του. Εσύ ήσουν καλά και υγιής. Ακόμη και η συμπόνοια εχει αυτή την άτιμη πλευρά, πάντα είσαι σε καλύτερη μοίρα από αυτόν που συμπονάς και πάντα νοιώθεις καλύτερα μετά.”

 

Αυτές είναι οι χίλιες λέξεις που λέει η παροιμία πως αξίζει μια φωτογραφία. Είναι αυτές που περιγράφουν τις περιστάσεις της φωτογράφισης. Είναι οι χίλιες λέξεις που όταν κοιτάζουμε μια φωτογραφία κατά κανόνα κανείς δεν υπάρχει εκεί γύρο για να μας τις πει. Περίεργο πράγματι αντίτιμο. Η αποσιώπηση, ένα κενό που ζητά να γεμίσει με μια εξιστόρηση, μ’ αυτό που διαισθανόμαστε πως υπάρχει πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων και των καταστάσεων που μας δείχνουν οι φωτογραφίες.

 

Κάθε φορά που κοιτάζουμε μια φωτογραφία το «τότε» φέρνει τη φωτογραφημένη σκηνή «εδώ μπροστά μας», κι ο χρόνος της μιας μέρας ή των ετών που μας χωρίζουν απ' αυτήν αδειάζει κι αυτό το «κενό χρόνου», μας μετατρέπει σε αυτόπτες μάρτυρες. Πρόκειται, ωστόσο, για μια μαρτυρία επιφανειακή, χωρίς αντίκρισμα, αφού αγνοούμε τις περιστάσεις της φωτογράφησης. Και οι χίλιες αυτές λέξεις που λείπουν δεν είναι «απούσες» (κάπου κρυμμένες) αλλά «ανύπαρκτες»· αυτό είναι το καθεστώς της φωτογραφικής εικόνας. Και η μαρτυρία του Κωστή μας δείχνει το μέγεθος του κενού και αντίστοιχα της επιθυμίας μας να συμπληρώσουμε την ιστορία. Οι φωτογραφίες μας προσφέρουν κυριολεκτικά ελάχιστα αλλά έχουν τον τρόπο τους να μας βάζουν σε σκέψεις.

 

Oι θεατές μιας φωτογραφίας, λέει ο Max Kozloff, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που ήταν παρόντες στη φωτογράφηση και στους άλλους. Oι πρώτοι, που ανάμεσά τους είναι βέβαια και ο φωτογράφος, γνωρίζουν αυτό που περιγράφει η φωτογραφική εικόνα· οι άλλοι το αγνοούν και μόνο υποθέσεις μπορούν να κάνουν. Oι προνομιούχοι, όμως, είναι αυτοί που βρίσκονται έξω από τα γεγονότα. Οι προνομιούχοι είμαστε εμείς που κρατάμε στα χέρια μας αυτό λεύκωμα, και κάθε εικόνα μέσα σε αυτό μας ζητά να γεμίσουμε τη σιωπή της.

 

Ο Κωστής ήταν ανήσυχος όταν βρεθήκαμε για να μου δείξει τις φωτογραφίες του. Ήμασταν σε μια αίθουσα του μουσείου Μπενάκη περιτριγυρισμένη από έγχρωμες μεγάλες εκτυπώσεις. Πριν ακόμα ανοίξει το ντοσιέ με προειδοποίησε πως οι φωτογραφίες του ήταν εκτός εποχής, έξω από το κλίμα της εποχής.

Ευτυχώς Κωστή γιατί τις είχα ανάγκη.

 

Κ. Αντωνιάδης, 15.3.16, αιθουσα ΕΣΗΕΑ, Αθηνα.